Δε μου αρέσει η ζέστη και το καλοκαίρι. Δε μου αρέσει η φωτιά και τα γυμνά κλαδιά που χάσκουν πεθαμένα. Ο τόπος έγινε άτοπος ο τρόμος έγινε άτρωτος κι εγώ σιχάθηκα αυτή τη χώρα. Ώρα να φεύγουμε... θα 'ρθεις;
Έτσι άδικα που σπαταλιόμαστε Έτσι άστοχα που κύλησε η ζωή μας Στην τύχη ό,τι ψυχανεμιζόμαστε Φάντασμα το κυνήγι κι η ανάπαψή μας. Το ένστικτο πια δεν κάνει την προσπάθεια Η ώρα πια δεν κουβαλά το χρόνο Μονότονα, σαν τρένα, φτάνουνε τα δάκρυα Και στο σταθμό, ένας σταθμός τα περιμένει μόνο.
Εργάτες τιμημένοι Της λευτεριάς εργάτες Με βάρη φορτωμένοι Στους ώμους και τις πλάτες. Ακούραστα δοσμένοι Στου μόχθου τον αγώνα Του ιδρώτα αγιασμένη Η κάθε σας σταγόνα. Ένας πίσω απ' τον άλλο Στράτα τη στράτα πάτε Ξένοι το δίχως άλλο Σε όποια γη πατάτε. Κι όμως με μιαν ελπίδα Είναι το βάδισμά σας Στ' αύριο τ' ανάστημά σας Θα φέρει καταιγίδα!
Μη γελαστείς και φοβηθείς και γέλασε κατάμουτρα στο φόβο. Σ' εσένα Τσε, ηρωικέ να μοιάσουν τα παιδιά μας. Σκλάβοι γονείς τα γέννησαν, σκλάβα γενιά τ' ανέθρεψε. Τουλάχιστον, να ζήσουνε 'λεύτερα αυτά. Σ' εσένα...