Την ερέθιζαν, λέει, τα μολύβια Και οι σβήστρες... Και προεξέτεινε τη σκέψη της Στο κατώφλι του σεμνού Ποιητικού της μεγαλείου... Τι κατάρα, Θεέ μου! Αυτές οι αγάμητες περσόνες. (Λείψαν, βλέπεις, κι οι ήρωες...)
Δ ιασχίζαμε, κι είχε λιακάδα, Το υγρό, στενότατο φαράγγι, Που βγάζει στην περίκλειστη κοιλάδα... Εκεί όπου όλα τα φαράγγια συναντιούνται. Εκεί όπου κλείνει η Μεγάλη Εβδομάδα.
Εκείν' η πολυθρόνα Δεν ήταν πολυθρόνα ακριβώς Παρά ένας σκούρος θρόνος. Εκείν' η πολυθρόνα Δεν ήταν πολυθρόνα ακριβώς Παρά ένας θρήνος εσωτερικός. Εκείν' η πολυθρόνα Ο ανυπέρβλητος εκείνος Σαρκασμός Και πόνος.
Δεν υπάρχει τίποτ' άλλο απ' τον Έρωτα. Δεν υπάρχει τίποτ' άλλο απ' τα υπέροχα μάτια σου... Τα εξεταστικά, τα ερευνητικά, τ' αφανέρωτα! Τίποτ' άλλο από 'σένα.