Αναρτήσεις

Στο σπίτι του κρεμασμένου

Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε πια. Στη μεγάλη πλατεία ο παππούς του αντάρτης Τη μέρα που ελευθέρωναν την πόλη Δεν φανταζόταν πως σε λίγο θα τον μάζευαν Να σπάει πέτρες, να μαζεύει μύγες... Δεν μάντευε τη φάρσα και το τέλος της.

[Σκονισμένοι δρόμοι]

Σκονισμένοι δρόμοι Παραλίες νυχτωμένες Πέρα στην άσφαλτο Λίγα τα φώτα Τα σπίτια βουβά... Μακριά ακούγονται Πνιγμένοι οι παφλασμοί Των σκοτεινών κυμάτων.

[Σε θαλασσόνερο το σώμα βαφτισμένο]

Σε θαλασσόνερο το σώμα βαφτισμένο Σκόρπιες, σπασμένες λέξεις στον αέρα Είν' το ωραίο κεφάλι σου λουσμένο Τα πόδια σου απαλά χαϊδεύει η ξέρα. Αυτή η θάλασσα σε ξέρει Στη μήτρα της ζεστά σε νανουρίζει Του ήλιου το καμάκι την κεντρίζει Για να την κάνει ταίρι. Απ' τον Απρίλη εδώ και σε χαζεύω Ώρες και ώρες και δε σε χορταίνω Ως να 'ρθει ο Οκτώβρης πια που σε μαζεύω Πάλι και στο χειμώνα μπαίνω.

[Σ' όλες τις μπάντες Εθνικισμοί]

Σ' όλες τις μπάντες  Εθνικισμοί Ο άνεργος, όμως Ποτέ πατρίδα! Σ' όλες τις μπάντες Λεονταρισμοί Ο πένης, όμως Ποτέ μια φλοίδα! Σ' όλες τις μπάντες Διδακτισμοί Ο αυτόχειρ, όμως Ποτέ πια ελπίδα... Σ' όλες τις μπάντες Σαπροαστοί Ο άστεγος, όμως Σ' εφημερίδα Μόνο ένα σώμα... Δίχως ψυχή.

[Σε σπιτιού ταράτσα ηλιόλουστη]

Σε σπιτιού  Ταράτσα ηλιόλουστη Ασπρόρουχα Στρατού αιχμάλωτου Σημαίες... *** Τώρα βαφτίσια πολυτελείας Στην πλαγιά που ξεψύχησαν Ο Στρατής κι ο Ηλίας...

[Σκοτώσαν κι άλλον στο Μιζούρι]

Σκοτώσαν κι άλλον στο Μιζούρι Τους έχει μείνει πες κουσούρι Να δέρνουν και να φυλακίζουν Κάθε άνθρωπο να εξευτελίζουν Και να του παίρνουν τη ζωή του Σαν πινακίδα αυτοκινήτου Γιατί ήταν λέει από άλλη ράτσα Γιατί δεν άρεσε η φάτσα Σε κάποιους ένστολους τραμπούκους Εθνικιστές βασιβουζούκους Που καμαρώνουν τη φυλή τους... Την πιθηκοκαταγωγή τους.

'13

Κατά μήκος του διπλού δρόμου, σε αποστάσεις μερικών εκατοντάδων μέτρων, ξερές κοίτες χειμάρρων, κατεβασιές απ' τον μουντό Χορτιάτη. Κατακαλόκαιρο. Μεγάλες φαγάνες τρώνε μουγκρίζοντας τα σπλάχνα τους, απελευθερώνοντας μαύρα καυσαέρια και σύννεφα σκόνης, κόβοντας το καθαρό χώμα σαν βούτυρο. Μόνο καταφύγιο, η τσιμεντένια γέφυρα. Πέρα απ' αυτήν... τα χαλίκια αστράφτουν, οι σαύρες κρύβονται, οι παρειές καταρρέουν. Ο ήλιος καίει αδυσώπητος σπαρτά κι ανθρώπους. Πάνω απ' το κεφάλι μου, μέσα στο σαθρό κούφωμα του σκυροδέματος, κελαηδήματα! Μια χελιδονοφωλιά. Οι γονείς νευρικοί, με κατιτί στο στόμα, επιστρέφουν ολοένα στα μικρά τους. Έχουν μια πείνα ακόρεστη. Δεν κάνουν διάλειμμα ποτέ οι φαγάνες.