Αναρτήσεις

Μικρό μανιφέστο

Η ποίηση είναι μια ειδική γλώσσα, που ενώ απευθύνεται σε όλους, δεν μπορούν όλοι να συντονιστούν στη  συχνότητά της. Όταν, βέβαια, είναι όντως ποίηση, αιμάτινη, βιωμένη... (ο μόνος -κατά την ταπεινή μου γνώμη-  τρόπος να υπάρξει). Όσο για τις καραβιές των απέλπιδα οργισμένων, των επαναστατών αυτοκτόνων, των απηυδισμένων; "Τους  βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι" λέει προφητικά ο  Καρυωτάκης στα τελευταία του λόγια. Ξέρει σε ποιον κόσμο ζει και αναφέρεται στους πικραμένους όλων των  μελλοντικών καιρών. Δεν ασπάζομαι τα λόγια του από καμιά νεορομαντική διάθεση αναβίωσης χρόνων  περασμένων. Η ίδια μας η εποχή μου έφερε ξανά στο νου -χαστούκι- αυτά τα λόγια. Άλλοι προσκυνούν αγίους και προφήτες.  Οι "άγιοι" και οι "προφήτες" οι δικοί μου είναι αυτοί οι "καταραμένοι". Ντέμης Κωνσταντινίδης

[Την είδα την Aννούλα]

Την είδα την Aννούλα,  την είδα ψες αργά  μαρμάρινη πορτούλα βαστούσε αγκαλιά... Εφούσκωνε τ’ αγέρι καπνό απ' την ψησταριά κι ακόμη η Περιστέρη 'ξηγάει του Σαμαρά... Εστέκονταν οι σκύλοι στον τύμβο του Καστά κι εγώ μ' ένα φυτίλι  κάτω από μια μουριά... Και το χαιρετισμό της  εστάθηκα να ιδώ,  ώσπου ένας αγρότης μου το 'κρυψε κι αυτό... Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι δεν ήξερα, να βγω ή πίσω απ' το λοφάκι να κάνω τον χαζό; Και αφού μέχρι το δείλι δεν έμεινε ψητό... εδάκρυσαν οι σκύλοι εδάκρυσα κι εγώ. Δεν κλαίγω τον Αντώνη δεν κλαίγω τον Καστά μόν’ κλαίω για τη Μενδώνη που 'φαγε τα ψητά...

Στο σπίτι του κρεμασμένου

Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε πια. Στη μεγάλη πλατεία ο παππούς του αντάρτης Τη μέρα που ελευθέρωναν την πόλη Δεν φανταζόταν πως σε λίγο θα τον μάζευαν Να σπάει πέτρες, να μαζεύει μύγες... Δεν μάντευε τη φάρσα και το τέλος της.

[Σκονισμένοι δρόμοι]

Σκονισμένοι δρόμοι Παραλίες νυχτωμένες Πέρα στην άσφαλτο Λίγα τα φώτα Τα σπίτια βουβά... Μακριά ακούγονται Πνιγμένοι οι παφλασμοί Των σκοτεινών κυμάτων.

[Σε θαλασσόνερο το σώμα βαφτισμένο]

Σε θαλασσόνερο το σώμα βαφτισμένο Σκόρπιες, σπασμένες λέξεις στον αέρα Είν' το ωραίο κεφάλι σου λουσμένο Τα πόδια σου απαλά χαϊδεύει η ξέρα. Αυτή η θάλασσα σε ξέρει Στη μήτρα της ζεστά σε νανουρίζει Του ήλιου το καμάκι την κεντρίζει Για να την κάνει ταίρι. Απ' τον Απρίλη εδώ και σε χαζεύω Ώρες και ώρες και δε σε χορταίνω Ως να 'ρθει ο Οκτώβρης πια που σε μαζεύω Πάλι και στο χειμώνα μπαίνω.

[Σ' όλες τις μπάντες Εθνικισμοί]

Σ' όλες τις μπάντες  Εθνικισμοί Ο άνεργος, όμως Ποτέ πατρίδα! Σ' όλες τις μπάντες Λεονταρισμοί Ο πένης, όμως Ποτέ μια φλοίδα! Σ' όλες τις μπάντες Διδακτισμοί Ο αυτόχειρ, όμως Ποτέ πια ελπίδα... Σ' όλες τις μπάντες Σαπροαστοί Ο άστεγος, όμως Σ' εφημερίδα Μόνο ένα σώμα... Δίχως ψυχή.

[Σε σπιτιού ταράτσα ηλιόλουστη]

Σε σπιτιού  Ταράτσα ηλιόλουστη Ασπρόρουχα Στρατού αιχμάλωτου Σημαίες... *** Τώρα βαφτίσια πολυτελείας Στην πλαγιά που ξεψύχησαν Ο Στρατής κι ο Ηλίας...